Τα πολλά πρόσωπα της τέχνης
- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: Ελλάδα
- Προβολές: 141
Η Τέχνη είναι η έκφραση του πολιτισμού. Ελπίζω μέχρι εδώ να συμφωνούμε απόλυτα.
Πριν αρχίσω να αναπτύσσω το θέμα, πρέπει να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι στις Καλές Τέχνες και όχι οποιαδήποτε τέχνη. Έμαθα κι εγώ μια τέχνη στο Πολυτεχνείο, έμαθα πλέξιμο από την κυρία Κουμελη, αλλά καλλιτέχνης δεν είμαι. Όσο και να μου αρέσει η ιδέα.
Ένα έργο τέχνης μας αρέσει όταν εγείρει μια η περισσότερες από τις αισθήσεις μας. Η μπορεί να εκτιμήσουμε μια λεπτομέρεια του έργου, γιατί έτυχε να έχουμε κάποια παιδεία που να σχετίζεται με την αισθητική.
Αφορμή για την σημερινή ανάρτηση αποτελεί ο τραγικός χαμός του ανθρώπου που υπήρξε ο πλέον βραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης του εικοστού αιώνα, και αν δεν εμφανιστεί κάποιο άλλο ταλέντο ίσως και του εικοστού πρώτου. Ο λόγος για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο που είχε τόσο τραγικό τέλος χθες. Πάνω σ’ αυτό το μόνο που θα πω είναι ότι με το έργο του απέδωσε την ψυχοσύνθεση μιας ολόκληρης εποχής, εκείνης της μεταπολεμικής που η Ελλάδα προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Και η δική μου κριτική σταματά εδώ.
Η Τέχνη στο χρόνο /στο χώρο/ η τέχνη σαν κοινωνική και πολιτιστική έκφραση.
Σαν λαός με πολιτιστική ύπαρξη αιώνων την βλέπουμε την Τέχνη με άλλο μάτι από αυτό που την βλέπει ένας φρέσκος λαός διακοσίων πενήντα ετών, έστω κι αν δεν την έχουμε μελετήσει η εκτιμήσει όσο θα έπρεπε. Η γνώση και η εκτίμηση ενός έργου τέχνης απαιτεί πρωταρχικά μελέτη και σύγκριση. Αλλιώς δεν θα είχαμε κριτικούς τέχνης. Ένα έργο, εικαστικό, μουσικό η σε οποιαδήποτε άλλη μορφή, κρίνεται όχι μόνο από την αντοχή του στο χρόνο, αλλά και από την ένταση των συναισθημάτων που προκαλεί. Και διαφορετικά κρίνεται όταν έχει δημιουργηθεί σε εποχές που οι κοινωνικές συνθήκες δεν μας επηρεάζουν πια, σε σύγκριση με έργο τέχνης που δημιουργείται σε παράλληλη πορεία με τη δική μας ζωή.
Η Τέχνη αλλάζει πρόσωπο στο χώρο και στο χρόνο. Μερικές φορές προηγείται χρονολογικά στην ανακάλυψη συγκεκριμένης εποχής. Τρανό παράδειγμα είναι οι ζωγραφιές σε σπήλαια προϊστορικών εποχών. Αυτή είναι η δύναμη της τέχνης. Είναι πάντα ο συνδετικός κρίκος του σήμερα με το χθες για την σωστή αντίληψη της ιστορίας.
Η Τέχνη των λαών της Ασιατικής Ηπείρου διαφέρει από την Τέχνη των λαών της Ευρώπης και αυτή από την Τέχνη των Ίνκας. Και κάθε μια από αυτές, αλλάζει πρόσωπο γεωγραφικά και χρονικά. Η πιο απλή μορφή Τέχνης είναι η απεικόνιση της καθημερινότητας αφού εκεί δημιουργούνται εικόνες και ερεθίσματα. Τοιχογραφίες με καθημερινές ασχολίες όπως το όργωμα, το γεύμα, επικεντρώνονται στον άνθρωπο σαν πυρήνα της κοινωνίας. Έργα που απεικονίζουν νεκρές φύσεις η τοπία είναι ύμνοι στη φύση. Πρώτα ο άνθρωπος εκμεταλλεύτηκε τη φύση και μετά την θαύμασε. Υπέρογκα θρησκευτικά μνημεία, όπως αγάλματα θεοτήτων η τεράστιοι καθεδρικοί ναοί εκφράζουν την μικρότητα του ανθρώπου και την υπεροχή της δικής του θεότητας στην εκάστοτε κοινωνία που αντιπροσώπευσε μια εποχή.
Η Τέχνη δεν έμεινε στατική στο χρόνο. Ταξίδεψε και διαδόθηκε με κατακτήσεις και ταξίδια παλιότερα και με την εύκολη διακίνηση της πληροφορίας σήμερα. Παρά ταύτα είναι έντονος ακόμα και σήμερα ο τοπικός της χαρακτήρας. Δείξε μου το μνημείο σου να σου πω ποιος είσαι. Δείξε μου τον πίνακα σου να σου πω σε πια εποχή έζησες.

Όταν ο άνθρωπος δεν επηρεαζόταν από θρησκευτικές δεισιδαιμονίες (βλέπε Μεσαίωνας), αγαπούσε τον ίδιο του τον εαυτό και το φυσικό του περιβάλλον, τότε τα έργα του απέπνεαν αυτή την αγάπη και τον σεβασμό. Πέρα όμως από τις μεγάλες χρονικές ιστορικές περιόδους, όπως η Αρχαϊκή, η Νεοελληνιστική, η Ρωμαϊκή, η Βυζαντινή, ο Μεσαίωνας, η Αναγέννηση, που χαρακτηρίζουν συνήθως εύγλωττα την “τεχνοτροπια” στα χαρακτηριστικά ενός έργου, οι εκάστοτε κοινωνικό-πολιτιστικές συνθήκες όρισαν “τάσεις” μέσα από την “τεχνοτροπία”. Έτσι η Τέχνη έχει νατουραλιστικά χαρακτηριστικά η έντονο ρομαντικό στοιχείο, ρεαλιστικές εικόνες η ιμπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά, γίνεται αφαιρετική, γίνεται υπερβολική, γίνεται αφηρημένη.
Η Τέχνη είτε εκφέρεται σαν λόγος, είτε σαν απεικόνιση, είτε σαν ήχος, είτε σαν κίνηση, πάντα χαρακτηρίζει την εποχή της και την γεωγραφία της.
Υπάρχει στατιστικά στον κόσμο η αντίληψη, ότι η τέχνη των προηγούμενων εποχών είναι πιο αξιόλογη από την σημερινή. Αυτό συμβαίνει γιατί συνάδει με την αντίληψη ότι “αυτό το έργο είναι κλασσικό και επέζησε” . Η αντιμετώπιση αυτή είναι φυσιολογική αλλά και η προσπάθεια να ερμηνεύουμε σύγχρονα έργα λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις παρούσες συνθήκες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αν και δύσκολη. Δύσκολη γιατί δεν είναι εφικτό να κρίνεις μεταβαλλόμενες καταστάσεις σε πραγματικό χρόνο και γιατί χρειάζεται εκείνη η εκπαίδευση που ανέφερα στην αρχή.
“Τι θέλει να πει ο ποιητής;” Να μια έκφραση που ακούγεται συχνά στην προσπάθεια εκτίμησης οποιασδήποτε μορφής τέχνης. Ε, κάτι θέλει να πει, δεν άρχισε να μουτζουρώνει ένα καμβά για εκτόνωση, αν κι αυτό ακόμα σε εποχές δυσκολιών θεωρείται θεμιτό. Αν ο ίδιος καλλιτέχνης που σήμερα εκφράζει απόγνωση, έχει τύχει ευρείας αποδοχής στο παρελθόν, τότε αποδεχόμαστε την απόγνωση όπως κι αν εκφράζεται και μάλιστα αν περνάμε το ίδιο “λούκι” , θαυμάζουμε το έργο.
Διάβασα πρόσφατα ότι η Τέχνη πρέπει να είναι καταναλωτική και όχι να απευθύνεται σε ορισμένο κοινό. Διαφωνώ κάθετα και οριζόντια με αυτή την προσέγγιση. Κρίνει εκ του αποτελέσματος και προσημαίνει αρνητικά την ελεύθερη έκφραση. Όταν ο “καλλιτεχνης” δημιουργεί, με απώτερο σκοπό την κατανάλωση, τότε πια τον κατατάσσω στην συμπαθή ομάδα των εμπόρων η να το πω με πιο σύγχρονη έκφραση των “μπιζνεσμεν”. Εάν ξεκινά με την έκφραση κατά νου και το έργο του έχει μεγάλη αποδοχή τότε είναι καλλιτέχνης. Σε αυτή την ομάδα κατατάσσω τον Μανό Χατζιδάκι.
Εάν ένα καλλιτέχνη τον καταλάβουν μόνο οι ομοϊδεάτες του, οι σύγχρονοι του, οι ομοιοπαθείς του, οι άνθρωποι του μορφωτικού του επιπέδου, τότε δεν είναι λιγότερο καλλιτέχνης. Αρκεί μια μερίδα να δει και να κατανοήσει την αξία του. Λογικό είναι να μη θέλουν όλοι να μπουν στη διαδικασία της ανάλυσης της έκφρασης του καλλιτέχνη.
Πρέπει λοιπόν να προβληματίζει το έργο τέχνης για να έχει αξία; Όχι καθόλου! Πρέπει απλά να εγείρει μερικές η όλες τις αισθήσεις. Όμως η πνευματική διαδικασία κατανόησης μιας δύστροπης μορφής τέχνης ικανοποιεί τον κριτικό και κάνει την ευχαρίστηση πιο έντονη.
Η μουσική είναι μια μορφή τέχνης, ίσως η πιο δημοφιλής. Δεν αρέσει κάθε είδος μουσικής σε όλους. Κάποτε μια συμφοιτήτρια μου Τουρκάλα στο Οχάιο ανέφερε ότι πήγε σε μια συναυλία και βιάστηκε να συμπληρώσει: “Classical music of course, who cares about Rock” . Ωραία, τι να της έλεγα; Και φυσικά μου αρέσει η κλασσική μουσική και μάλιστα πολύ, αλλά η Ροκ σημάδεψε τον εικοστό αιώνα. Δεν ήταν ξέσπασμα, ήταν κίνημα τέχνης. Μπορεί να μη σε εκφράζει, αλλά δες την σαν έκφραση εποχής και μην την απαξιώνεις έτσι!
Στην Ελλάδα του προηγούμενου αιώνα άνθισε ανάμεσα στους κατατρεγμένους των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων η μουσική που σήμερα ονομάζουμε “Ρεμπέτικα”. Με ήχους και γυρίσματα ανατολής και με στίχους κραυγές πόνου και καταπίεσης. Τα Ρεμπέτικα διώχθηκαν στην εποχή τους και αναβίωσαν μεταπολεμικά. Δεν είναι ένα είδος μουσικής που θα βάλω μόλις γυρίσω στο σπίτι, η στο CD player στο αυτοκίνητο. Δεν μπορώ να απαξιώσω την ύπαρξη του η να μη κατανοήσω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες άνθισε. Θα ακούσω ευχάριστα με την κατάλληλη παρέα ρεμπέτικα (για λίγο), όχι για να αναβιώσω δικές μου μνήμες αλλά γιατί η μουσική με ευχαριστεί.
Γενικά η χώρα μας πέρασε μια περίοδο “πονεμένης μορφής” τέχνης που σημάδεψε την κουλτούρα μας αρνητικά κατά τη γνώμη μου, όμως αυτές ήταν οι συνθήκες.
Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν δημοφιλής σε όλους πριν από την Χούντα. Όταν άρχισε να γράφει πολιτικά τραγούδια πολλοί βιάστηκαν να πουν : ” Α! έμενα μου άρεσαν μόνο τα παλιά του ” . Και παρ’ όλο που η μελωδίες ήταν καταπληκτικές ο κόσμος (όχι όλος) απέρριπτε την ανάγκη του καλλιτέχνη να επαναστατήσει με μουσική. Και πως εξηγείται το γεγονός ότι αυτή η ξεσηκωτική μουσική έγινε δημοφιλής σε άλλους καταπιεσμένους λαούς; Άπλα και μόνο με τις νότες και χωρίς να ξέρουν τον Ελληνικό στίχο. Κάποιες χορδές ευαισθητοποιήθηκαν προφανώς. Όταν αργότερα έκανε πολιτικές δηλώσεις και κινήσεις (που δε με έβρισκαν σύμφωνη) πολύς κόσμος βιάστηκε να καταδικάσει όλο το έργο του. Τόσο βάθος.
Ο ποιητής γράφει ρομαντικά (Σολωμός), ο ποιητής περιγράφει το χωριό του (Κάστας Κρυστάλλης), ο ποιητής σατιρίζει την πολιτική κατάσταση (Γεώργιος Σουρής), ο ποιητής υμνεί τη φύση (Ελύτης), ο ποιητής αγγίζει υπαρξιακά θέματα (Καβάφης). Μερικά παραδείγματα. Ο καθένας ξεχωριστός ο καθένας με τον δικό του αυθορμητισμό, με τα δικά του βιώματα και εικόνες. Σε όλα αυτά τα παραδείγματα η Τέχνη χαρακτηρίζεται από το ήθος. Σε καμία μορφή τέχνης δε χωρά η κακοήθεια. Όταν η Τέχνη εμπεριέχει κακοήθεια τότε παύει να είναι Τέχνη. Και ως κακοήθεια δεν περιλαμβάνω την ρεαλιστική η ωμή απεικόνιση πραγμάτων και ιδεών, αλλά δόλο που απευθύνεται συγκεκριμένα σε άτομα η ομάδες.
Η Εκκλησία αφορίζει τον Καζαντζάκη γιατί έκανε το θεό της άνθρωπο. Μια ομάδα θρησκόληπτων πριν χρόνια στη Θεσσαλονίκη, καίει σωρούς βιβλίων που δεν τους εκφράζουν. Οι αρτηριοσκληρωτικοί ισλαμιστές καίνε το βιβλίο του Salman Rushdie. Οι αντι-σοσιαλιστές καίνε τα βιβλία του Μπερτολ Μπρεχτ. Προσωπικά αυτοί οι παραλληλισμοί με κάνουν και αισθάνομαι άσχημα. Η έκφραση της θρησκευτικής πίστης έχει δώσει αριστουργήματα τέχνης, η θρησκευτική πώρωση γίνεται δολοφόνος της.
Ο χορός σαν τέχνη έχει μια παράλληλη πορεία με την μουσική. Κλασσική μουσική, μπαλέτο, μοντέρνος χορός – ροκ , αλλά έχει το πλεονέκτημα ότι επειδή στερείται λόγου, σπάνια ξεσηκώνει τα πάθη των “κριτικών”.
Το θέατρο εκτός ότι είναι πανάρχαια μορφή τέχνης, εμφανίζεται σε όλους τους πολιτισμούς. Η ιδιαιτερότητα του θεάτρου είναι η άμεση προσέγγιση θεατή-κριτικού με τον ηθοποιό. Έκφραση, μίμηση, λόγος, πλοκή, αγωνία, και από μηχανής θεοί. Η αμεσότητα αυτή μπορεί να φτάσει ακόμα και σε συμμετοχή του κοινού στα δρώμενα.
Τέχνη είναι και η φωτογραφία. Ο καθένας μας (κι εμού συμπεριλαμβανόμενης) παίρνουμε μια κάμερα και με τα μέσα που μας παρέχει η τεχνολογία παράγουμε εικόνες που από μέσα μας τις θεωρούμε τέχνη. Είμαστε όμως όντως καλλιτέχνες. Όχι δεν είμαστε. Ο καλός φωτογράφος ξεχωρίζει, όσα μέσα κι αν διαθέτουμε εμείς οι υπόλοιποι για την επεξεργασία μιας φωτογραφίας. Γιατί η εικόνα του εκφράζει κάτι.

Αριστερά : Capilla Notre Dame du Haut – Le Corbusier Δεξιά: Scholar – Rembrandt
Η ζωγραφική είναι η κατ εξοχήν εικαστική τέχνη χωρίς να βάζω σε δεύτερη μοίρα την γλυπτική που πολλές φορές την θεωρώ πιο δύσκολη. Μικρή όταν ήμουν μου είχαν πει ότι ένα πορτραίτο είναι καλό όταν τα μάτια του σε κοιτάνε σε όποια γωνία κι αν σταθείς. Και ότι το πιο δύσκολο μέρος του σώματος σε απόδοση είναι το χέρι. Για καιρό όταν ήμουν μικρή έκρινα κάθε προσωπογραφία η απόδοση του ανθρωπίνου σώματος, με αυτά τα κριτήρια. Αργότερα κρατώντας ένα ραβδάκι για να υπολογίζω τις αναλογίες στο εργαστήρι του Ζαχαράκη, μελετώ την αξία της αρμονίας και της προοπτικής, και γίνονται αυτές τα κριτήρια μου στην εκτίμηση της τέχνης.
Η αρχιτεκτονική σαν Τέχνη έχει την επί μέρους δυσκολία ότι πρέπει να σέβεται και να εναρμονίζεται με το περιβάλλον. Κι εκτός από την αισθητική να την χαρακτηρίζει και λειτουργικότητα. Δε νομίζω να ξεχάσουμε ποτέ τις ατέρμονες συζητήσεις για το κτίριο που στεγάζει το μουσείο της Ακρόπολης. Επίσης η αρχιτεκτονική έχει την εξής ιδιαιτερότητα. Ο καλλιτέχνης εκτελεί παραγγελία. Η απόδοση του έργου του έχει σαφώς περιοριστικές συνθήκες.
Ταξίδι στα Κύθηρα
Και φτάνω στον κινηματογράφο που ήταν και ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω για τα πρόσωπα της Τέχνης. Η πιο καινούργια μορφή τέχνης γνωστή και ως εβδόμη τέχνη,αλλά και εξαιρετικά δημοφιλής. Κι επειδής περιλαμβάνει, εικόνα, πλοκή και ήχο, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή Τέχνης εκφράζει την πολιτιστική ταυτότητα του σκηνοθέτη, αλλά και την ικανότητα του να συντονίσει τις επί μέρους συνεργασίες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του έργου. Κινηματογράφος εμπορικός και κινηματογράφος κουλτουριάρικος. Στη χώρα μας τα κάναμε και τα δυο. Τα οικονομικά προβλήματα έπαιξαν περιοριστικό ρόλο στην άνθιση αυτού που το κοινό ονόμαζε “ποιοτικό κινηματογράφο” . Ο χαρακτηρισμός αυτός δε με εκφράζει αφού πιστεύω ότι ποιότητα μπορεί να υπάρξει και στον εμπορικό κινηματογράφο. Την διαφορά τους θα την χαρακτήριζα, διαφορά στην ελευθερία της έκφρασης. “Θελω να πάω να δω ένα έργο να ξεσκάσω βρε αδερφέ, δε θέλω να προβληματιζομαι”. Ο προβληματισμός του κινηματογράφου που δεν βγάζει γέλιο δεν είναι απαραίτητα κούραση, για μερικούς είναι ξελαμπικάρισμα, η ακόμα αναθεώρηση έστω και για δυο ώρες του συμβατικού τρόπου σκέψης τους.
Τι άδεια θα ήταν η ζωή μας χωρίς τέχνη..
Θα μας λείψεις Θόδωρε Αγγελόπουλε.
Γράφει το Δεσποινάριον









