Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012     15:31

Όσο υπάρχουν άνθρωποι

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 
AddThis Social Bookmark Button

 

Όσο υπάρχουν άνθρωποιΌ,τι λάμπει δεν είναι χρυσός και ότι είναι Χριστούγεννα δεν είναι γιορτή. Τουλάχιστον για όλους.

 

 

Πίσω από τη βιτρίνα των ημερών, υπάρχει μια πραγματικότητα που τρομάζει - όποιον έχει το κουράγιο να την αντιμετωπίσει. Η κοινωνία της κρίσης είναι εδώ, μπροστά μας. Όλο τοn χρόνο μπορεί να κρύβεται, αλλά αυτή την εποχή αποκαλύπτεται, όσο και αν κλείνουμε τα μάτια. Αυτά τα Χριστούγεννα δεν θα βγουν όλοι στα μαγαζιά. Δεν θα ψωνίσουν όλοι. Δεν  θα έχουν τη χαρά της γιορτής όλοι. Πολλοί άνθρωποι δεν θα «κάνουν Χριστούγεννα». Πολλά παιδιά δεν περιμένουν κανέναν Αϊ Βασίλη, να τους φέρει τίποτε.

Κανείς δεν θα χτυπήσει την πόρτα πολλών ηλικιωμένων, για να ρωτήσει πώς θα περάσουν αυτές τις μέρες. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα καθίσουν σε χριστουγεννιάτικο τραπέζι με γαλοπούλα και μελομακάρονα. Δεν έχουν. Κάποιοι άλλοι έχουν, αλλά δεν έχουν κανένα για συντροφιά. Δεν έχουν συγγενείς ή φίλους, ή δεν τους θυμάται κανείς. Η μοναξιά αυτές τις μέρες είναι αβάσταχτη. Άλλοι θα προσπαθήσουν να ψευτοπεράσουν τη γιορτή. Την ώρα που θα ανοίγουν οι σαμπάνιες στα σαλόνια σε κάποια σπίτια η οικογένεια θα κάνει «ρεβεγιόν» με ένα κοτόπουλο. Θα ξεγελάσει την επιθυμία των παιδιών της με ένα παιχνίδι από τη λαϊκή αγορά. Μέχρι να καρφωθεί στην τηλεόραση και να βουλιάξει στο κιτς και την υποκουλτούρα.

Εκτός από την Ερμού, την Εγνατία, το Κολωνάκι και την Κηφισιά, πέρα από τους στολισμένους δρόμους στις μεγάλες πόλεις, υπάρχουν και οι άλλες αγορές. Για τους άλλους. Εκεί χιλιάδες άνθρωποι θα ψάξουν κάτι που θα τους επιτρέψει να πάρουν μέρος  στην ψευδαίσθηση των ημερών. Παπούτσια με πέντε ευρώ, επικίνδυνα κατεψυγμένα τρόφιμα, ρούχα που θα ξεβάψουν στο πρώτο πλύσιμο, δώρα ιμιτασιόν και αξεσουάρ «μαϊμούδες». Άλλοι δεν έχουν τρόπο να ψωνίσουν ούτε από εκεί.

Στα ορεινά χωριά της Άρτας, στα νησιά της άγονης γραμμής, στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, στα προάστια των πόλεων, διαμορφώνονται νησίδες απόλυτης ανέχειας. Δεν υπάρχει 14ος μισθός γιατί δεν υπήρχαν ούτε οι προηγούμενοι. Δεν  υπάρχουν δάνεια, πιστωτικές κάρτες, έστω δανεικά από το γείτονα. Στα γκέτο οι πληθυσμοί των μεταναστών, σέρνονται απελπισμένοι και προσπαθούν  να δώσουν την εντύπωση ότι πίσω από τα θλιμμένα μάτια των παιδιών τους υπάρχουν ανθρώπινα πλάσματα.

Χριστουγεννιάτικο μελό; Καθόλου. Υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας μπορεί να  έχει την ανάγκη μας αυτές τις μέρες. Να μην τον ξεχάσουμε. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι μακριά μας. Ένα μικρό παιχνίδι, για τα παιδιά τους. Μια διακριτική οικονομική ενίσχυση για να μπορέσουν να μπουν σε σούπερ μάρκετ. Μια ελπίδα ότι κάτι μπορεί να είναι καλύτερο αυτές τις μέρες. Ίσως αρκεί απλώς μια ευχή για τον καινούργιο χρόνο, ένα χτύπημα στην πόρτα. Ένα χαμόγελο στους δυστυχείς των φαναριών. Ένα απλό βλέμμα στον μετανάστη που  κυκλοφορεί σαν δαρμένο σκυλί, χωρίς ελπίδα. Ίσως αρκεί να μπει κανείς για λίγο στη μοναξιά του γείτονα. Δεν κοστίζει να προσφερθεί κάποιος να κάνει τα ψώνια στην ηλικιωμένη κυρία του  διπλανού διαμερίσματος. Να βρει μια θέση στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι για τον υπερήλικα  του ισογείου. Να επισκεφθεί έναν ξεχασμένο συγγενή στο γηροκομείο. Να  προσφέρει φιλοξενία και στοργή στις οικογένειες των φίλων που δεν ζουν πλέον.

Δεν είναι ούτε φιλανθρωπία, ούτε έλεος. Είναι η στοιχειώδης ένδειξη ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι υπάρχει ελπίδα.

του Γιώργου Λακόπουλου

 

 

 

protagon

Αχρηστες πληροφοριες

Στα μοναστήρια καλόγεροι που δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο τη νηστεία, έκαναν πολλές κρυφές…αμαρτίες κι έτρωγαν αβγά ή έπιναν γάλα. Αν τύχαινε, όμως, κανένας απ’ αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων δικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές.Κάποτε λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημά του θεωρήθηκε φοβερό. Το ηγουμενοσυμβούλιο τον καταδίκασε τότε στην εξής τιμωρία: Διάταξε και του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και κει πάνω έβαλαν ένα ωμό ψάρι, για να…ψηθεί! Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Θεοφάνης. Φυσικά ο καλόγερος πέθανε έπειτα από λίγο μέσα σε τρομερούς πόνους. Έτσι έμεινε η φράση «Μου έψησε το ψάρι στα χείλη» ή «Του έψησε το ψάρι στα χείλη»
unregistered template Template by Ahadesign Visit the Ahadesign-Forum