Το ακορντεόν
- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: Ελλάδα
- Προβολές: 75
Κλαίει. Και κατουριέται. Κάθεται πάνω σε ένα παγωμένο πεζούλι. Κοιτάει αδιάφορα. Μα στην πραγματικότητα ακούει τον ακορντεονίστα στην άκρη της εξόδου του θεάτρου.
Ένα βαλς για ερωτευμένα ζευγάρια. Μα είναι μόνη. Στο αποκορύφωμα του ήχου τα γυαλιά της θολώνουν. Βαθιά ανάσα. Και αυτή και ο οργανοπαίκτης.
Αυτός σταματάει για να καπνίσει το τσιγάρο του. Και σταματά και αυτή, δεν έχει τι άλλο να σκεφτεί. Όσο γράφει στο μαύρο της τετράδιο βλέπει τα πόδια των περαστικών. Ακούει τα τακούνια. Ενοχλείται. Πριν δεν τα άκουγε. Ήταν προσηλωμένη στη μουσική.
Ένα κοριτσάκι γυρνάει και τη κοιτάζει κατάματα. Το βλέμμα της το ανταποδίδει. Αμείλικτη. Μα τότε ξαναρχίζει το ακορντεόν. Ο κόσμος του δίνει λεφτά. Είναι πολύ καλός. Θα έλεγε κανείς δεξιοτέχνης. Αυτή καθισμένη στο πεζούλι του βιβλιοπωλείου, κρατάει τα μάτια της. Δεν της αρέσει να φαίνεται ευάλωτη αλλά συγκινείται. Ρυθμικό ταγκό. Ένας κύριος με καμπαρντίνα χαζεύει τη βιτρίνα. Μια άλλη κοπέλα κάθεται στην άλλη άκρη του πεζουλιού. Αυτή δε γράφει. Ο κόσμος ψελλίζει το ρυθμό. Έρχονται κατά πάνω της. Ένα ακόμα μωρό τη κοιτάζει. Βαθιά. Του χαμογελάει και του κλείνει το μάτι. Το κληροδοτεί. Χαλαρώνει.
Ακουμπάει τη πλάτη της πίσω. Δεν τον βλέπει πιά. Μονάχα τον ακούει. Αφήνει ελεύθερη την ακοή της. Σαν σκηνή από ταινία. Είναι όμως πραγματικότητα. Το παρόν. Φαίνεται πως δεν θα 'θελε να 'ναι αλλού. Αποτελεί μέρος του σκηνικού. Και το δέχεται, όπως είναι. Αψεγάδιαστα αληθινό. Δεν την αφορά να το διορθώσει. Δε χρειάζεται εξάλλου.
Παρατηρεί τους ανθρώπους. Μακάρι να χόρευαν. Μα γιατί δεν χορεύουν; Είναι τόσο μεθυστική η μελωδία. Καλοντυμένοι άνθρωποι. Άνθρωποι βιαστικοί. Θλιμμένοι. Ζευγάρια. Όλων των ειδών. Κατά μόνας. Τριάδες. Πρόσωπα περίεργα. Ποτέ όμως αδιάφορα. Όλα έχουν κάτι να σου πουν. Κάτι. Ας περπατούσαν χορεύοντας. Να άρπαζαν ο ένας τον άλλον χωρίς αιτία. Πηγαία. Ασυναίσθητα.
Ας χάριζαν ένα χορό στο διπλανό τους, γνωστό ή άγνωστο. Η κοπέλα στην άλλη άκρη του πεζουλιού σηκώθηκε. Ο μικροέμπορος της πλατείας, ήρθε στη βιτρίνα. Σίγουρα θα την έχει δει χιλιάδες φορές. Τον κοιτάζει επίμονα. Πόσες φορές θα ήρθε σ’ αυτή τη βιτρίνα για να γεμίσει το χρόνο του. Γιατί τα αυτιά του έχει αναλάβει να τα γεμίσει το ακορντεόν. Θα αντιλαμβάνεται και την παραμικρή μεταβολή. Μα τώρα δεν θα 'πρεπε να 'χε γίνει κάτι αξιοσημείωτο. Έφυγε νωρίς.
Ο κόσμος κρυώνει. Το πρόσωπο της φαίνεται παγωμένο. Επίσης φαίνεται πως δεν την νοιάζει. Καλά κάνει. Κάθε φορά που ο οργανοπαίκτης σταματά, παύει και η ίδια να γράφει. Τα δάχτυλά της μοιάζουν αγκυλωμένα. Μετά βίας πιάνει το στυλό. Σηκώνεται. Πλησιάζει και ρίχνει κέρματα στο χάρτινο κουτάκι. Της κουναει χαρούμενα το κεφάλι.
Αυτό που της πρόσφερε δεν ανταμείβεται. Στρίβει από τη γωνία και μπαίνει στο θέατρο για το φεστιβάλ. Και κάπου εκεί χάνεται μέσα στο γ' πρόσωπο, παρατηρώντας τόση ώρα τον ίδιο της τον εαυτό.
Γράφει η Κατερίνα Χατζηαναστασίου είναι απο την Θεσσαλονίκη,
18 χρονών και σπουδάζει στην Νομική









