Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012     07:00

O tempora, o mores

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 
AddThis Social Bookmark Button

 

O tempora, o moresΜε τη φίλη μου την Ιωάννα τρώγαμε πίτσα στην Καστέλα. Μια ταπεινή μαργαρίτα, σε μια όχι και τόσο ταπεινή γειτονιά, στα πόδια της πειραιώτικης νύχτας και των ανακαινισμένων ιδιόκτητων νεοκλασικών.

 



Στη μέση μιας μπουκιάς, ένα γυναικείο χέρι προσγειώνεται στο τραπέζι, αρπάζει ένα κομμάτι, προσφέρει βιαστικά μια δικαιολογία: «Συγνώμη, πεινάω. Είμαι άστεγη». Ηταν δεν ήταν στα 30, η ταλαιπωρία του δρόμου δεν κατάφερνε να κρύψει πάνω της τα σημάδια μιας πρότερης φυσιολογικής νιότης.

Στα λεπτά που χρειάστηκαν για να συνέλθουμε από το σοκ, της ζητήσαμε να περιμένει. Να της βάλουμε σε μια χαρτοπετσέτα ό,τι μας περίσσεψε. Περιμένει διακριτικά σε απόσταση.

Παίρνει το πακετάκι, στο «ευχαριστώ» δάκρυα κυλούν από τα μάτια της, την καταπίνει η νύχτα της επόμενης γωνίας. Μαζί με όσους αξιοπρεπείς κυρίους της γειτονιάς μου τρώνε κάθε βράδυ από τα σκουπίδια μας.

Την πείνα δεν την είχαμε συμπεριλάβει στο μενού της γενιάς μας. Κρίση συνείδησης για το επάγγελμα του γαστροκριτικού, γαστρολόγου, συνταγογράφου, εισηγητή εστιατορίων. Τί νόημα έχουν τα μυστικά του pesto, άλλη μια ταβέρνα, άλλη μια συνταγή για χορτόπιτα όταν δίπλα μας άνθρωποι δεν έχουν ούτε μια κουζίνα πάνω από το κεφάλι τους;

Για δυο μέρες δεν μπορούσα να γράψω. Οταν συνήλθα, το νόημα μίλησε μέσα μου. Πιο πολύ από ποτέ, εμείς που έχουμε ακόμη χρήματα να ψωνίσουμε λίγο κιμά και τρεις ντομάτες, χρειαζόμαστε τις απλές συνταγές που θα μαγειρέψουμε για να τις μοιραστούμε με τους νέους «αθλίους», τόσο μακριά και τόσο κοντά από την εποχή του Ουγκό.

Πιο πολύ από ποτέ χρειαζόμαστε τις πολλές εκδοχές του φθηνού, καθημερινού τραπεζιού που θα ζεστάνουν με νέες γεύσεις τη δύσκολη καθημερινότητά μας, τις συνταγές που θα δώσουν νοστιμιά σε μια πατάτα, ένα κρεμμύδι και δυο φυλλαράκια μαϊντανό, δημιουργώντας μια νέα ταπεινή γαστρονομική παράδοση.

Ολες οι μαγειρικές παραδόσεις, εξάλλου, την απόλυτη φτώχια έθρεψαν. Τα περιοδικά γεύσης δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα, ένα μικρό φως στο σκοτάδι της γενικευμένης κατάθλιψης.

 

via


 

Αχρηστες πληροφοριες

Στα μοναστήρια καλόγεροι που δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο τη νηστεία, έκαναν πολλές κρυφές…αμαρτίες κι έτρωγαν αβγά ή έπιναν γάλα. Αν τύχαινε, όμως, κανένας απ’ αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων δικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές.Κάποτε λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημά του θεωρήθηκε φοβερό. Το ηγουμενοσυμβούλιο τον καταδίκασε τότε στην εξής τιμωρία: Διάταξε και του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και κει πάνω έβαλαν ένα ωμό ψάρι, για να…ψηθεί! Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Θεοφάνης. Φυσικά ο καλόγερος πέθανε έπειτα από λίγο μέσα σε τρομερούς πόνους. Έτσι έμεινε η φράση «Μου έψησε το ψάρι στα χείλη» ή «Του έψησε το ψάρι στα χείλη»
unregistered template Template by Ahadesign Visit the Ahadesign-Forum