ΑΠΟΨΕΙΣ: Φτου ρε γμτ!
- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: Ελλάδα
- Προβολές: 142
Με τη δεξιά του παλάμη χάιδευε επίμονα τον αυχένα της. Στριφογύριζε, στεκόταν, ταλαντευόταν, ξανάρχιζε...
Τους χάζευα μέσα από το λεωφορείο που αγκομαχώντας μ’ ανέβαζε στο Μαρούσι. Αυτή γελούσε κακαριστά, κολακευμένα, μα προσπαθούσε να συνεχίσει να του διαβάζει κάτι από ένα παχουλό ντοσιέ. Δεν τα κατάφερνε. Γελούσε, ρίχνοντας το κεφάλι πίσω, χαϊδεύοντας κι αυτή ανεπαίσθητα με την κίνησή της το χέρι του. «Ασήμαντη» θα την έλεγαν οι γκουρού των περιοδικών, λίγο μετά τα 40, με μεγάλα γυαλιά της μόδας και κοντοκουρεμένα μαλλιά-ανταύγειες.
Έφυγε για λίγο η παλάμη από το σβέρκο κι άλλαξε ταχύτητα. Μετά επανήλθε στο αγαπημένο σημείο. Το αυτοκινητάκι δίπλα, χαμηλά μου, έκανε μερικά μέτρα ακόμα. Έσκυψα όλη περιέργεια να κρυφοκοιτάξω το πρόσωπο αυτής της αδρής παλάμης. Έδειχνε ελαφρώς μικρότερος από κείνη (μάλλον δεν ήταν...) φορούσε πράσινο μπλουζάκι κι είχε πλούσια μαύρα μαλλιά. Γελούσε καλόκαρδα. Μια της χάιδευε τον αυχένα και μια άλλαζε ταχύτητες...
Χαμογέλασα μέσα απ’ το τζάμι. Ωραίο πράμα ο έρωτας. Γιατί έρωτας ήταν, το ’βλεπες. Καλός, αναγνωρίσιμος, γλυκός έρωτας. Με τσίγκλησε η περιέργεια. Ήθελα να μάθω κι άλλα για το «περιεχόμενο» αυτού του μικρού αυτοκινήτου που «έπλεε» δίπλα στο ρεύμα μου, παρέα με το λεωφορείο μου φυσαρμόνικα. Άραγε πόσο καιρό είναι μαζί, νέος, παλιός, έρωτας; Ξαναζεσταμένος; Διάολε! Τι «συγκολάει» έτσι τους ανθρώπους; Ποια θαυματουργή κόλλα; Ποτέ δεν το έλυσα.
Πάντα ερωτευόμουν χωρίς λογική. Βέβαια, θα μου πεις, υπάρχει κι αλλιώς; Λένε πως υπάρχει, αλλά δεν μου ’τυχε. Για μένα πάντα ο έρωτας ήταν σαν γυφτάκι, που δεν γνωρίζει κανέναν τρέχοντα νόμο. Με τα μούτρα έπεφτα (έτσι πέφτω ακόμα δηλαδή...) γι’ αυτό και τα γόνατά μου είναι τίγκα στις μελανιές.
Ένα βράδυ στο Εθνικό, ο Μηνάς ο Χατζησάββας μου ’χε πει σε μια συνέντευξη: «Όταν είσαι ερωτευμένος κυλιέσαι στα πατώματα. Χάνεσαι μέσα στον άλλον, παύεις να είσαι εσύ. Υπάρχεις μόνο μέσα το πρόσωπο, το κορμί του... Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς κι αρχίζει να ξαναλειτουργεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Έτσι, αρχίζει και η αντίστροφη μέτρηση...»
Εκείνο το βράδυ, δεν το ’ξερε, μα έριξε ένα Δούρειο ίππο μέσα μου. Κι έναν Τρώα μαζί. Περνούσαν οι μέρες κι αυτοί οι δυο τρώγονταν συνέχεια. Ένα πρωί ξύπνησα κι είχε αρχίσει το... ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
Δεν έχει περάσει καιρός. Να, Μάρτης ήταν...
Τι μπορεί να σου κάνει μια πλατιά παλάμη σ' έναν αυχένα ε; Τι να σου πασπατέψει και τι να σου θυμίσει... Κι άραγε; Γι’ αυτούς τους δύο, την πλατιά παλάμη και τον ωραίο δεκτικό αυχένα, θα έρθει ποτέ αυτή η αντίστροφη μέτρηση;
Δεν θέλω να 'ρθει... Αλήθεια.
Σήκωσα τα μάτια από το αυτοκινητάκι για να δω όλη την εικόνα. Πάει, ξαναγέμισε η Αθήνα. 29 τ’ Αυγούστου και όλοι σα να επιστρέψαμε. Η Κηφισίας, 6 το απόγευμα και κάτι, ένα απέραντο παρκινγκ. Πήχτρα πάλι. Σαν ταινία που τη ξαναβλέπεις. Δεν σου αρέσει και πολύ. Αλλά τι να κάνεις; Δεν έχει κι άλλο πρόγραμμα.
Έργα στο ύψος του Ψυχικού. Γέφυρα φτιάχνουν;
Νάμαστε λοιπόν πάλι εδώ... Πάλι από την αρχή. Λίγο παραπάνω μαυρισμένοι μα ίδιοι. Κι αυτή ίδια μου φαίνεται. Μια πόλη που συχνά λατρεύεις να μισείς. Να, σαν κάτι φίλους που ανακάλυψες πως σε πρόδωσαν. Ή σαν έναν «άκυρο» γκόμενο που πήγες κι ερωτεύτηκες. Ακόμα όμως μέσα σου, κάτι βαθιά, κάτι διεστραμμένο, εξακολουθεί να τους αγαπά.
Φτου ρε γαμώτο! Πάλι απ’ την αρχή!
Ευτυχώς που κάπου ανάμεσα στα «ρεύματα» υπάρχει μια πλατιά παλάμη κι ένας δεκτικός αυχένας. Πάλι καλά...
Της Αθηνάς Τσαγκαράκη, ετών 20
ΠΗΓΗ









