Σάββατο, 19 Μαΐου 2012     00:28

ΑΠΟΨΕΙΣ: Γυναίκα μόνη, μέσα στην κρίση

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 
AddThis Social Bookmark Button


Γυναίκα μόνη, μέσα στην κρίσηΑυτός μιλούσε ακατάπαυστα. Για την κρίση, για την έλλειψη ρευστότητας, για τις τράπεζες, για την αγωνία του να πληρώσει τους υπαλλήλους, για την προσπάθεια του να μη διώξει εργαζόμενους, για τους φόρους, για τις έκτακτες εισφορές, για τις ανοησίες της οικονομικής πολιτικής, για την έλλειψη ηγεσίας στην Ευρώπη, για την επερχόμενη Κινεζοποίηση του ευρωπαίου πολίτη, για τη μείωση της ζήτησης, για τις ακάλυπτες επιταγές.

 

 

Εκείνη τον άκουγε, τρώγοντας με μικρές μπουκιές το φιλέτο που είχε μπροστά της και παρεμβαίνοντας σπάνια στον μονόλογο του με μικρές επικυρωτικές φράσεις ή καταφατικά νεύματα. «Έχουμε πόλεμο» επαναλάμβανε αυτός κάθε τόσο με έκδηλη αγωνία κι αυτή συμφωνούσε με τα μάτια κι ένα αδιόρατο σμίξιμο των χειλιών της.

Αυτός θα ήταν σαράντα πέντε χρονών. Αυτή, δέκα ίσως χρόνια νεώτερη. Όμορφο ζευγάρι, αρμονικό, στην εμφάνιση τουλάχιστον και τους τρόπους. Αυτός, επιτυχημένος. Αυτή, κυρία. Από το ύφος και τις μονολεκτικές της παρατηρήσεις, ήταν φανερό ότι κατανοούσε τη σοβαρότητα της κατάστασης και ότι προσπαθούσε να βοηθήσει και να εμψυχώσει τον άνδρα της. Το έκανε όμως μ’ έναν τρόπο παράξενο. Σα να ήταν, αλλά και να μην ήταν εκεί. Σαν, τη μια στιγμή αυτός ο αγώνας να την ενδιέφερε πολύ και το επόμενο δευτερόλεπτο να μην την αφορούσε διόλου. Ο άνδρας συνέχιζε να περιγράφει τις φρικτές δυσκολίες του.

Είχε προφανώς ανάγκη να τα βγάλει από μέσα του, να βρει κάποια συμπαράσταση. Έλεγε σωστά πράγματα ο άνθρωπος, όχι ανοησίες. Για τη βιαιότητα των αλλαγών που συντελούνται, για τις πιθανές κοινωνικές εκρήξεις, για την ραγδαία πτώση του επιπέδου ζωής μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, για τον πόλεμο των εταιρειών μέσα σε περιβάλλον οικονομικής συρρίκνωσης, για την πιθανότητα να μην αντέξει ούτε η δική του επιχείρηση που βολόδερνε σαν καρυδότσουφλο στον φουρτουνιασμένο ωκεανό της ύφεσης. «Έχουμε πόλεμο» κατέληγε, «πόλεμο κανονικό». Τότε αυτή, άπλωνε το χέρι και του χάιδευε λίγο τον ώμο τρυφερά, σα να του έλεγε «θα τα καταφέρεις, δε σε φοβάμαι».

Καθώς τους παρατηρούσα (στο διπλανό τρεπέζι έτρωγαν) σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος αντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες, αλλά τουλάχιστον δεν πρέπει να είχε κανένα παράπονο από τη σύζυγο του. Στεκόταν δίπλα του, αρωγός και συμπαραστάτης. Ήταν σοβαρή γυναίκα, όχι κανένα σαχλοκούδουνο. Μετά χτύπησε το κινητό του άνδρα, το σήκωσε, άρχισε να μιλά για δουλειές, οι τόνοι με το συνομιλητή του ανέβηκαν, άρχισε να φωνάζει, οπότε για να μην ενοχλεί τους υπόλοιπους, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε για να τσακωθεί με άνεση. Βρήκα την ευκαιρία να μελετήσω καλύτερα τη γυναίκα που έμεινε στο τραπέζι. Σα να χαλάρωσε μόλις ένοιωσε μόνη, άπλωσε τα μακριά πόδια της, πήρε το ποτήρι με το κρασί και κοίταξε πέρα μακριά κατά το πέλαγος. Αναρωτήθηκα τι να σκεφτόταν. Αυτά που έλεγε ο σύζυγος της ή κάτι άλλο; Που έτρεχε το μυαλό της;

Στην ολοφάνερη απειλή που διαγραφόταν για την ισορροπία και τις σταθερές τής ζωής της ή κάπου πέρα μακρυά, εκεί όπου μήτε ο άνδρας της μήτε εγώ ο άσχετος μπορούσαμε να διαννοηθούμε; Συνέχισα να την κοιτάζω, ώσπου η απρεπής ένταση του βλέμματος μου την έκανε να στραφεί προς το μέρος μου. Χαμογέλασε περιφρονητικά. Ένας μαλάκας που κάνει καμάκι στην γυναίκα του διπλανού τραπεζιού, μέσα στο ένα λεπτό που ο άντρας της πετάχτηκε στην τουαλέτα. Κι όμως εγώ, σε κείνο το απαξιωτικό χαμόγελο βρήκα ξαφνικά τις απαντήσεις μου. Γιατί μέσα του εμφανίστηκαν ως δια μαγείας γυναίκες τριακοσίων γενεών, όλες μέσα σε μία. Καθόταν απέναντι μου και το όμορφο σοφό πρόσωπο της σφραγιζόταν από έναν μοιρολατρικό αταβισμό που με τρόμαζε. Γιατί με κείνο το στιγμιαίο χαμόγελο, μού τα ξέρασε όλα μονομιάς:

«Τα ίδια μου έλεγε, σαν σύζυγος, όταν έφευγε για την Τροία με κάποιον Αχιλλέα. Τα ίδια μου έλεγε, σαν γιός, όταν έφευγε για ν’ ακολουθήσει ανατολικά έναν Αλέξανδρο. Τα ίδια, σαν αδερφός, όταν έτρεχε να καταταγεί μισθοφόρος με κάποιους Αντώνιους και Βρούτους, Ρωμαίους μακελάρηδες. Σαν πατέρας, όταν στοιχιζόταν πίσω απ’ τα λεφούσια των Βυζαντινών για να διώξουν τους Πέρσες με κάποιους Ηράκλειους και τους Βουλγάρους με κάποιους Βασίλειους. Σαν συγγενής, όταν σάλπαρε πειρατής στη Μαύρη Θάλασσα και το Αλιτζέρι, δίπλα σε κάποιους Γερακάρηδες και Μπαρμπαρόσες. Σαν αραβωνιαστικός, όταν ανέβαινε τα βουνά για το αρματολίκι, μαζί με κάτι Κατσαντώνηδες και Πατροκοσμάδες. Σαν ερωτευμένος, όταν έπαιρνε το ντουφέκι για μιαν επανάσταση, κοντά σε κάτι Κολοκοτρώνηδες και Ανδρούτσους.  Και πάλι σαν σύζυγος, σαν ξανάφευγε για να αλλάξει τα πολιτεύματα μ’ έναν Μακρυγιάννη και σ’ ένα Γουδί με κάποιον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Σαν γιός ξανά, σαν έφευγε για τη Μικρασία ακολουθώντας έναν Λευτέρη. Σαν φίλος, όταν ανέβαινε ξυπόλυτος στα χιονισμένα βουνά μιας Αλβανίας. Σαν αδερφός, για να κάνει τον αντάρτη παρέα μ’ έναν Άρη. Και μετά, και μετά, και μετά...

‘Ολο τα ίδιο μού ‘λεγε: Έχουμε πόλεμο. Για να μη σού αναφέρω πόσες φορές μπάρκαρε, ξενιτεύτηκε, μετανάστευσε, έφυγε να βρει την τύχη του. Πόσες φορές εξαφανίστηκε ακολουθώντας μια δουλειά, μια ιδέα, ένα όνειρο, ένα σύμβολο. Πάντα είχε ανοικτό έναν πόλεμο. Το ίδιο και τώρα. Δεν έχει σημασία αν οι μάχες γίνονται στον Ινδό ποταμό ή έξω απ’ την πόρτα του. Αυτός θα είναι στο μέτωπο, όχι εδώ. Είναι ο πόλεμος του, βλέπεις. Κι όταν τον ξεκινά, με κοιτάζει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και μού λέει τα ίδια λόγια.

Κατάλαβε το, δε γίνεται αλλιώς, έχουμε πόλεμο. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω, δεν ξέρω αν θα ‘χω σώα όλα τα μέλη μου, αλλά δε γίνεται να μην πάω. Κι εγώ τού απαντούσα πάντα: Το ξέρω πως έχεις πόλεμο. Κι είμαι στο πλευρό σου. Αλλά τον δικό μου πόλεμο, θα τον καταλάβεις ποτέ; Τον πόλεμο αυτού που μένει πίσω; Τον πόλεμο της μοναξιάς, της αγωνίας, της προσπάθειας να συντηρηθούν και ν’ αναστηθούν όσα ο δικός σας πόλεμος αφήνει πίσω, θα τον νιώσεις ποτέ; Μήπως δεν υπάρχει καθόλου για σένα ή μπας και θαρρείς πως ο δικός σου πόλεμος είναι σκληρότερος;»

Απόμεινα να σκέφτομαι εκστασιασμένος τη βουβή απάντηση όλων μαζί των γυναικών που έζησαν ποτέ στην υφήλιο. Δεν με ξανακοίταξε, κατάλαβε όμως ότι είχα καταλάβει. Ο άνδρας της επέστρεψε, πλήρωσαν και καθώς περνούσαν δίπλα μου, η γυναίκα μού έριξε ένα τελευταίο πικρό χαμόγελο. Με το οποίο είπε τα υπόλοιπα:

«Και σένα σε ξέρω. Το ίδιο ακριβώς βλέμμα είχες πάντα, όταν ο άνδρας μου έφευγε για τον πόλεμο. Πάντα εκεί καθόσουν, στο απέναντι τραπέζι, στο απέναντι παράθυρο, στο απέναντι σοκκάκι και καιροφυλακτούσες. Είσαι κι εσύ κομμάτι της δικής μου μοίρας, που ορίζει όχι μόνο να φεύγει ο ένας αλλά και να βρίσκεται  απέναντι πάντα ένας άλλος. Και η δική σου μοίρα τα ίδια λέει: Την ίδια στιγμή που φεύγεις στον πόλεμο για τη μία γυναίκα, να είσαι ο άκαπνος αλήτης που καιροφυλακτεί για την απέναντι. Μην ανησυχείς λοιπόν και μη βιάζεσαι, όλα θα γίνουν όπως πρέπει.

Τώρα είναι η ώρα να τον προετοιμάσω για τον πόλεμο του. Να τον αγαπήσω, να του ορκιστώ πίστη αιώνια, να τον ενθαρρύνω, να τον τονώσω. Κι όταν φύγει, κι όταν σαν νικητής ή ηττημένος χαθεί στα βάθη των οριζόντων, κι αφού κλάψω και φωνάξω σπαρακτικά, κι αφού πιστέψω πως έχω κι εγώ πεθάνει μαζί του, θα ‘ρθει η στιγμή που θα με βρεις αδύναμη, μόνη, μπόσικη και θα σού ανοίξω την πόρτα μου.

Αυτή είναι η μοίρα μου κι αυτή η δική σας. Τριακόσιες γενιές μου έτσι έκαναν και τριακόσιες γενιές σας το ίδιο. Όλα με οδηγούν αργά ή γρήγορα να σας νιώσω και τους δυο, να σας καταλάβω, να σας χαϊδέψω, ως και να σας αγαπήσω προς στιγμήν. Το μόνο που δεν μπορείτε να αποφύγετε μετά απ’ όλα αυτά, είναι τελικά να σας απορρίψω. Εσάς και τους ανώφελους άθλιους πολέμους σας. Αυτό είναι το δικό μου όπλο.»

Το φεγγαράκι πάνω από το πέλαγος, μού χαμογελούσε ειρωνικά...


του Δημήτρη Καμπουράκη
ΠΗΓΗ
 

Αχρηστες πληροφοριες

Γαλαζοαίματος : Η λέξη-έκφραση «γαλαζοαίματος», χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ευγενική (αριστοκρατική, βασιλική) καταγωγή κάποιου. Ο όρος προέκυψε στην μεσαιωνική Ισπανία (κατά μία άλλη εκδοχή, λιγότερο πιθανή, στην Αγγλία), εξαιτίας των Ισπανών ευγενών. Ήταν η εποχή, κατά την οποία η Ισπανία είχε καταληφθεί από τους Άραβες. Σε αντίθεση, με την μελαμψή -κι ενίοτε βρόμικη- επιδερμίδα των Αράβων, το δέρμα των Ισπανών και ειδικά των ευγενών, ήταν καθαρό και περιποιημένο, ενώ λόγω του ότι σπανίως το έβλεπε ο ήλιος, είχε ένα κατάλευκο χρώμα, σε σημείο που να είναι σχετικά ευδιάκριτες οι φλέβες τους. Λόγω του κυανού (γαλάζιου) χρώματος των αρτηριών (φλεβών), ονομάστηκαν «κυανόαιμοι», δηλαδή γαλαζοαίματοι, ή γαλαζόαιμοι (φυσικά το αίμα των «γαλαζοαίματων», δεν διαφέρει σε τίποτα απ’ αυτό των υπόλοιπων ανθρώπων).
unregistered template Template by Ahadesign Visit the Ahadesign-Forum